This site uses cookies and other technologies so that we can improve your experience on our pages.
Ανάλυση νερού-enterococcus Μεγαλύτερη προβολή

Μόνο Online!

Ανάλυση νερού-enterococcus

ANAL-enterococcus

Νέο προϊόν

Οι εντερόκοκκοι είναι μικροοργανισμοί και συγκεκριμένα βακτήρια. Χαρακτηρίζονται ως Gram θετικοί κόκκοι, δυνητικά αναερόβιοι και καταλάση αρνητικοί. Στο μικροσκόπιο φαίνονται ως διπλόκοκκοι ή κοντές αλυσίδες. Κάποια είδη συμπεριλαμβάνονται στην φυσιολογική χλωρίδα του εντέρου ενώ άλλα είδη, εάν βρεθούν στον ανθρώπινο οργανισμό, προκαλούν παθογένεια.

Περισσότερες λεπτομέρειες

Δεν υπάρχουν πόντοι για αυτό το προϊόν.


Άλλες πληροφορίες

Παθολογία
Οι εντερόκοκκοι είναι παρασιτικοί μικροοργανισμοί και δεν διαθέτουν δραστικές τοξίνες ή άλλους παράγοντες λοιμοτοξικότητας. Γι' αυτό το λόγο, τα βακτήρια αυτά θεωρούνται ότι έχουν περιορισμένη δυνατότητα πρόκλησης νόσου. Η νόσος όμως που προσκαλούν μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή, ιδιαίτερα στους νοσηλευόμενους ασθενείς. Οι εντερόκοκκοι προκαλούν λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, βακτηριαιμία, βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, εκκολπωματίτιδα και μηνιγγίτιδα. Από ιατρικής πλευράς, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό αυτού του γένους είναι το υψηλό επίπεδο της εγγενούς ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά. Έτσι, σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται ευρέος φάσματος αντιβιοτικά, οι εντερόκοκκοι που αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας μπορούν να πολλαπλασιαστούν και να προκαλέσουν νόσο. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, λοιμογόνα στελέχη του εντερόκοκκου που είναι ανθεκτικά στη βανκομυκίνη έχουν εμφανιστεί σε ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις στις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρετανία. Το 2005 σχετική επιδημία έπληξε τη Σιγκαπούρη. Οι εντερόκοκκοι διαθέτουν επιφανειακές πρωτεΐνες προσκόλλησης προς τα κύτταρα που επενδύουν τους ιστούς του εντέρου και του κόλπου και εκκρίνουν εξωκυτταρικές πρωτεΐνες με αιμολυτική (κυτταρολυσίνη) και πρωτεολυτική δράση. Οι Εντερόκοκκοι παράγουν επίσης πρωτεϊνικές βακτηριοσίνες που αναστέλλουν τα ανταγωνιστικά βακτήρια.
Επιδημιολογία
Οι εντερόκοκκοι είναι εντερικά βακτήρια τα οποία συνήθως απομονώνονται από κόπρανα που συλλέγονται από ανθρώπους και ζώα. Ο E. faecalis βρίσκεται φυσιολογικά στο παχύ έντερο και στην ουρογεννητική οδό. Η κατανομή του E. faecium είναι παρόμοια με αυτή του E. faecalis, αλλά απαντάται λιγότερο συχνά. Ο επιπολασμός άλλων εντεροκοκκικών ειδών είναι άγνωστος, αν και πιστεύεται ότι αποικίζουν το έντερο σε μικρούς αριθμούς. Δύο είδη που απομονώνονται συνήθως από το ανθρώπινο έντερο είναι ο E. gallinarium και ο E. casseliflavus. Αυτά τα «μη παθογόνα» είδη είναι σημαντικά, επειδή είναι ενδογενώς ανθεκτικά στη βανκομυκίνη και μπορούν να συγχέονται με τα σημαντικότερα είδη E. faecalis και E. faecium. Οι εντερόκοκκοι δεν βρίσκονται στη φυσιολογική χλωρίδα της αναπνευστικής οδού ή του δέρματος. Οι περισσότερες ανθρώπινες λοιμώξεις από εντερόκοκκους προκαλούνται από την εντερική χλωρίδα του ασθενούς, αν και οι μικροοργανισμοί αυτοί μπορούν επίσης να μεταφερθούν από ασθενή σε ασθενή ή να αποκτηθούν από την κατανάλωση μολυσμένου τροφίμου ή νερού.
Επίδραση στην ποιότητα του νερού
Η ποιότητα του νερού εξαρτάται από την ποσότητα των εντερόκοκκων και του κολοβακτηρίου (τα αποδεκτά όρια είναι διαφορετικά σε κάθε κράτος). Για παράδειγμα, στην πολιτεία της Χαβάης, μεταξύ των πλέον αυστηρών σε ανοχή στις Ηνωμένες Πολιτείες, το όριο για το νερό στις παραλίες της είναι 7 αποικίες ανά 100 ml νερού. Το 2004, ο εντερόκοκκος spp. πήρε τη θέση του κολοβακτηρίου των κοπράνων στο νέο Αμερικανικό Ομοσπονδιακό Πρότυπο για την ποιότητα του νερού σε δημόσιες παραλίες ως προς το πλέον επικίνδυνο βακτήριο.
Εργαστηριακή διάγνωση
Οι εντερόκοκκοι αναπτύσσονται εύκολα σε μη εκλεκτικά υλικά όπως το αιματούχο και το σοκολατόχρουν άγαρ. Παρόλο που οι εντερόκοκκοι μοιάζουν με τον πνευμονιόκοκκο στις Gram χρώσεις, οι δύο αυτοί μικροοργανισμοί μπορούν να διαφοροποιηθούν εύκολα με βάση απλές βιοχημικές αντιδράσεις. Για παράδειγμα, οι εντερόκοκκοι είναι ανθεκτικοί στη οπτοχίνη, δεν διαλύονται όταν εκτεθούν στην χολή και παράγουν L-πυρολιδονυλοαριλαμιδάση. Φαινοτυπικές (παραγωγή χρωστικής, κινητικότητα), βιοχημικές δοκιμασίες καθώς και μοριακές τεχνικές είναι απαραίτητες προκειμένου να διαφοροποιηθεί ο E. faecalis από τον E. faecium και τα άλλα είδη εντεροκόκκων.